Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Αναλύσεις: Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος

31 Ιανουαρίου 2015 Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος

Ημερησία του Σαββάτου - Οικονομία, 31/1/2015

Το (ήδη «κουρεμένο») ελληνικό δημόσιο χρέος των 320 δισ. ευρώ και το ιδιωτικό χρέος προς δημόσιο και τράπεζες των, με μετριοπαθείς εκτιμήσεις, 160 δισ. ευρώ, βαρύνουν τη σταθεροποίηση και την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Το μεν ως ονομαστική αξία σταθεροποιήθηκε, το δε αυξάνεται μήνα-μήνα με γοργούς ρυθμούς. Σήμερα σταθεροποίηση και επανεκκίνηση εξαρτώνται πρωταρχικώς από τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους.


Το «ληξιάριο» και τα τρέχοντα επιτόκια του ελληνικού δημόσιου χρέους δείχνουν ότι μεσοπρόθεσμα είναι διαχειρίσιμο και ανεκτό, ότι σήμερα δεν είναι ούτε το κεντρικό, ούτε το πιο σοβαρό πρόβλημα της χώρας. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι το πιο άμεσο. Η Ελλάδα των αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε εν καιρώ να επιδιώξει ρυθμίσεις πιο ουσιαστικές και από την απομείωση του ονομαστικού χρέους, που αρκούν να το καταστήσουν απόλυτα βιώσιμο σε βάθος χρόνου.

Με περαιτέρω μείωση του επιτοκίου και δέσμευση ότι αυτό, ακόμη και μετά τη λήξη των «περιόδων χάριτος» δεν θα ξεπεράσει το τρέχον επίπεδο του 2,5%, με επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους με την έννοια ότι οι εταίροι - δανειστές θα εγγυηθούν την ομαλή ανακύκλησή του για συμφωνημένη περίοδο, και προβλέψεις για τη δυνατότητα να νομισματοποιήσει η ΕΚΤ -να «αφαιρέσει»- έστω προσωρινά, μέρος του χρέους στα πλαίσια της ποσοτικής χαλάρωσης, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, της σταθερής συμμόρφωσης της χώρας προς συμφωνημένο πρόγραμμα (βλ. αναλυτικά Δημ. & Χρ. Ιωάννου, Η λογική και το χρέος, διαθέσιμο και στο διαδίκτυο).

Σήμερα το κρίσιμο βάρος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις για σταθεροποίηση και επανεκκίνηση της οικονομίας είναι το συνεχώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος εξαιτίας της πλήρους ασυμμετρίας ανάμεσα στην πραγματική και στη χρηματική οικονομία της Ελλάδος. Αφενός την ασυμμετρία ανάμεσα σε πραγματικές τιμές της αγοράς και σε λογιστικές τιμές στους ισολογισμούς των τραπεζών (δηλαδή στις απαιτήσεις των τραπεζών), αφετέρου τις απαιτήσεις του Δημοσίου για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Οι λογιστικές αξίες με τις οποίες αντικρίζονταν στο ενεργητικό των τραπεζών τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν αποκτηθεί από τα δάνεια που είχαν παρασχεθεί την περίοδο της «φούσκας» (2000-2009) δεν έχουν πλέον καμία σχέση με τις νέες αγοραίες αξίες τους και με το τεκμαρτό ή πραγματικό εισόδημα που αντιστοιχεί σε αυτές. Τα δάνεια ή δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν ή εξυπηρετούνται οριακά, συνθλίβοντας κάθε αναπτυξιακή δυνατότητα των οικονομικών μονάδων. Συνεπώς απαιτείται δραστική και ριζοσπαστική λύση (βλ. αναλυτικά Δημ. & Χρ. Ιωάννου, Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το ιδιωτικό και όχι το δημόσιο χρέος, διαθέσιμο και στο διαδίκτυο).

Με απομείωση όλων των δανείων, κατ' αναλογία προς τον βαθμό εξυπηρέτησής τους, για λόγους δικαιοσύνης και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας: περισσότερο να μειωθούν τα πλήρως εξυπηρετούμενα, λιγότερο -αλλά με διευκολύνσεις και επιμήκυνση- τα μη επαρκώς εξυπηρετούμενα, τα δε παντελώς μη εξυπηρετούμενα να ρευστοποιηθούν -με πλήρη διαγραφή του τυχόν υπολοίπου του χρέους που θα παραμείνει από τη ρευστοποίηση- ώστε να ανακτηθεί ό,τι στοιχείο ενεργητικού είναι δυνατόν, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί εκ νέου πιο παραγωγικά.