Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Άρθρα: Η ανάπτυξη, η απασχόληση και η τραγική σκιαμαχία

13 Δεκ. 2013   Η ανάπτυξη, η απασχόληση και η τραγική σκιαμαχία,  Των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου,  Capital.gr.  


Με έτος βάσης το 2008, στα τέλη του 2013 το ΑΕΠ της χώρας θα έχει μειωθεί περίπου κατά 20%. Αντίστροφα, στην ίδια περίοδο, η ανεργία θα έχει αυξηθεί, επίσης, περίπου κατά 20%. Δηλαδή, στην έως τώρα κρίση, για κάθε ποσοστιαία μονάδα μείωσης του ΑΕΠ η ανεργία αυξανόταν αντίστοιχα μία ποσοστιαία μονάδα. Από την διεθνή εμπειρία, όμως, γνωρίζουμε πως, σε φυσιολογικές συνθήκες η σχέση αυτή (Okun’ s law) είναι σημαντικά διαφορετική απ’ ότι στην ελληνική περίπτωση: συνήθως, δηλαδή, μία μεταβολή της ανεργίας κατά 1% αντιστοιχεί σε αντίστροφη μεταβολή του ΑΕΠ κατά 2%.

Μάλιστα, στην περίπτωση των ΗΠΑ, η οικονομία των οποίων επιδρά στους διεθνώς επικρατούντες όρους ανταγωνιστικότητας περισσότερο από κάθε άλλη, έχει ήδη υπολογισθεί ότι μετά την κρίση η σχέση αυτή έχει παραιτέρω μεταβληθεί, καθιστώντας δυσκολότερη και την ποδηγέτηση της ανεργίας: προκειμένου να αυξηθεί η απασχόληση κατά 1%, θα πρέπει να αυξηθεί το ΑΕΠ τουλάχιστον κατά 3%.
  
Από τα παραπάνω οφείλει κανείς να συναγάγει δύο σημαντικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι στην χώρα μας, κατά την τελευταία περίοδο “ανάπτυξης” πριν την κρίση, η εργασία στις “οριακές χρήσεις” χρησιμοποιείτο με ιδιαίτερα αντιπαραγωγικό τρόπο ή, αντίστροφα, ήταν υπεραμειβόμενη σε σχέση με την παραγωγική της συνεισφορά. Όπως έχουμε δείξει
σε άλλες δημοσιεύσεις μας αυτό κυρίως οφειλόταν στην, νοσηρή, υπερδιόγκωση του τομέως των “διεθνώς μη-εμπορευσίμων” αγαθών και υπηρεσιών της οικονομίας -εμπόριο, οικοδομές, δημόσιο- ο οποίος είναι τομέας “εντάσεως εργασίας” μεν, «επίπεδης» διαχρονικά παραγωγικότητας δε.

Η ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009 εξηγείται από την, και οφείλεται στην, δυσμενή τιμή που είχε ο συντελεστής του Okun σε όλη την προηγούμενη περίοδο, δηλαδή στο ότι οι νέες θέσεις εργασίας, επισφαλείς και χαμηλής παραγωγικότητας ως επί το πλείστον, «αγοράζονταν» από την οικονομία εξαιρετικά «ακριβά» (και με δανεικό, φυσικά, χρήμα). Δεν οφείλεται ούτε στο “Μνημόνιο” όπως υποστηρίζουν οι δημαγωγοί, ούτε στους υψηλούς «πολλαπλασιαστές» όπως ισχυρίζονται εκείνοι που, τελείως λανθασμένα, θεωρούν την οικονομία ως ένα απλό «υδραυλικό σύστημα».

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι προκειμένου να μειωθεί και πάλι η ανεργία στα επίπεδα του 2008, δηλαδή κατά 20%, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας, πράγμα που σημαίνει ότι θα είναι αναπότρεπτα αναγκασμένη να λειτουργήσει –τουλάχιστον- με αναλογία αύξησης του ΑΕΠ κατά 2% προκειμένου να μειώνεται η ανεργία κατά 1%. Και αυτό διότι η εν λόγω ανάπτυξη με “περιορισμένη” -αλλά όχι και “μηδενική”- απασχόληση μπορεί να προέλθει αποκλειστικά σχεδόν από την ενδυνάμωση του τομέως των “διεθνώς εμπορευσίμων”, ο οποίος όμως, δυστυχώς, είναι χαμηλότερης “εντάσεως εργασίας” από τον παραπληρωματικό του των “διεθνώς μη-εμπορευσίμων”.

Στην προ του 2008 περίοδο η σχέση στην δημιουργία των θέσεων εργασίας μεταξύ των δύο τομέων ήταν περίπου 1 στα «διεθνώς εμπορεύσιμα» προς 6 στα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα». Για να υπάρξει όμως ένας διατηρήσιμος και ευσταθής ρυθμός «υγιούς» ανάπτυξης, από τούδε και στο εξής, αυτός θα πρέπει να στηριχθεί σε μία σχέση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στους δύο τομείς που θα είναι πολύ υψηλότερος, δηλαδή 1 προς 3.

Εάν όλοι οι άνεργοι παραμείνουν στην αγορά εργασίας (και κάποιοι ανάμεσά τους δεν αποχωρήσουν απογοητευμένοι), αυτό συνεπάγεται ότι θα χρειασθεί μία ανάπτυξη του ΑΕΠ του ύψους του 40%. Δηλαδή κάτι το οποίο θα απαιτήσει μέση ετήσια αύξηση 3,5% τουλάχιστον για μία δεκαετία.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι διπλό. Έχει η προοπτική αυτή κάποια σχέση με την ένθεν κακείθεν διασπειρόμενη δημαγωγία περί “ανάπτυξης” και “επιστροφής στην ανάπτυξη»; Υφίσταται αναπτυξιακό δυναμικό στην ελληνική οικονομία ικανό να διαμορφώσει στα επόμενα έτη το απαιτούμενο μέσο ποσοστό αύξησης του 3,5%;

Δυστυχώς η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις είναι αρνητική. Οι, ούτως ή άλλως καχεκτικοί, παραγωγικοί τομείς της χώρας βρίσκονται υπό κατάρρευση. Αφ’ ενός η υπερφορολόγηση, η πιστωτική ασφυξία, η γραφειοκρατία και η διαφθορά και αφ’ ετέρου το γεγονός ότι η ελληνική “επιχειρηματικότητα” δεν έχει παράδοση, εμπειρία και γνώση για να εισέλθει στον διεθνή ανταγωνιστικό χώρο (με λίγες εξαιρέσεις όπως ο εφοπλισμός και μειοψηφίες παραγωγών- εξαγωγέων), καθιστούν τις προοπτικές ιδιαίτερα ζοφερές.

Εάν κάποιος θέλει να είναι πραγματιστής, και όχι αιθεροβάμων ή δημαγωγός, το μόνο που είναι σε θέση να συμπεράνει είναι ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας με την μορφή που την περιγράφει ο κυρίαρχος πολιτευτικός ή δημοσιογραφικός λόγος, ούτε διαφαίνονται προοπτικές εξόδου από την δομική κρίση. Σημαίνει, όμως, αυτό ότι σαν κοινωνία θα πρέπει να παραιτηθούμε μοιρολατρικά και να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια σωτηρίας; Κάθε άλλο.

Η πραγματιστική διαπίστωση της ζοφερής πραγματικότητας και των κινδύνων που μας απειλούν θα πρέπει, αντιθέτως, να αποτελέσουν ερέθισμα για όλους τους πολίτες προκειμένου να εντείνουν τις προσπάθειές τους για κοινωνική ανάταξη και οικονομική ανόρθωση. Επικεντρώνοντας όμως την προσπάθεια στα πραγματικά προβλήματα και όχι σκιαμαχώντας με φανταστικούς αντιπάλους ή επιδιώκοντας χιμαιρικούς στόχους.

Η Ελλάδα θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να μάθει να ζει με το σημερινό της επίπεδο εισοδήματος. Για να καταστεί όμως αυτό εφικτό, το υπάρχον εισόδημα θα πρέπει να κατανέμεται με διαφορετικό, δηλαδή δικαιότερο, τρόπο ανάμεσα στους Έλληνες. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να γίνεται αποδεκτό να υπάρχουν, από την μία πλευρά, εκείνοι που έχουν αφεθεί στο έλεος της κρίσης και, από την άλλη, όσοι συνεχίζουν να ζουν στους “προστατευμένους” τομείς της οικονομίας, είτε για το Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ πρόκειται, είτε για τα “κλειστά επαγγέλματα”, είτε για τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους των “ευγενών” ταμείων και κλάδων που απολαμβάνουν προνόμια και εισοδήματα που δεν αντιστοιχούν στην παραγωγική τους συμβολή και στις εισφορές τους, είτε για τους τρόφιμους της κρατικοδίαιτης διαφθοράς και παρανομίας.

Βασικός όρος επιβίωσης της χώρας είναι να ανακατανεμηθεί το κοινωνικό προϊόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε όλοι οι Έλληνες, και όχι μόνον οι πληβείοι, να κερδίζουν τον άρτον τον επιούσιον με τον ιδρώτα του προσώπου τους, δηλαδή αναλόγως της παραγωγικής τους συμβολής, με ένα διαφανές και αποτελεσματικό Κράτος Προνοίας που θα μεριμνά για τις περιπτώσεις των αναξιοπαθούντων-και μόνο.

Άλλωστε, εκτός από απόλυτος όρος επιβίωσης αυτό είναι επίσης και βασικός όρος δημιουργίας συνθηκών υγιούς και βιώσιμης μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Διότι, ακόμη και στην σημερινή Ελλάδα η οικονομική δραστηριότητα στον νομότυπο ή παράνομο παρασιτισμό προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις και μεγαλύτερη βεβαιότητα πλουτισμού απ’ ότι το υγιές επιχειρείν στους ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Εκεί βρίσκεται, άλλωστε, η βαθύτερη αιτία της συλλογικής μας δυσπραγίας.

Δυστυχώς όμως οι κυρίαρχες κοινωνικά πρακτικές διαμορφώνουν και τις κυρίαρχες ιδεολογικές παραστάσεις.Ένα πολιτικό σύστημα που έχει οικοδομηθεί με βασικό του άξονα την εξυπηρέτηση του παρασιτισμού αλλά, δυστυχώς, και μία κοινή γνώμη που αποστρέφεται την εικόνα της πραγματικότητας και σύρεται από την φτηνή δημαγωγία στην δίωξη φανταστικών εχθρών και επίβουλων κατακτητών αναχαιτίζουν κάθε  αναπτυξιακή ροπή και υπονομεύουν  σοβαρά τα θεμέλια της κοινωνίας μας.

Διότι, την στιγμή που θα πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον του πλέον θανάσιμου εχθρού μας, δηλαδή του κακού εαυτού αυτής της κοινωνίας και αυτής της οικονομίας, εμείς σκιαμαχούμε με πράγματα και καταστάσεις που δεν είναι αιτίες αλλά αποτελέσματα και επιφαινόμενα του πραγματικού μας προβλήματος. «Συγκρουόμαστε μετωπικά» με τους φανταστικούς ανεμόμυλους της τρόικας, του Βερολίνου, των Βρυξελλών και του ΔΝΤ, την ίδια στιγμή που η χώρα μας οδηγείται σε τραγικές ατραπούς εξ αιτίας ενδογενών προβλημάτων και διαχρονικών παθογενειών που συλλογικά αρνούμεθα να αναγνωρίσουμε και να αντιμετωπίσουμε.