Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Φιλοξενούμενα: Τι έχουν επιτύχει έως σήμερα οι ΗΠΑ με την επίθεσή στο Ιράν.

Τι έχουν επιτύχει έως σήμερα οι ΗΠΑ με την επίθεσή στο Ιράν, του Δημήτρη Α. Ιωάννου, Anixneyseis.gr, Κυριακή 15 Μαρτίου 2026


Οι ΗΠΑ μέχρι σήμερα, 14 Μαρτίου, 14η ημέρα της επιθέσεώς τους στο Ιράν, έχουν επιτύχει τα εξής:

Έχουν επιτύχει να  διασφαλίσουν την επιβίωση του θεοκρατικού αυταρχικού καθεστώτος της Τεχεράνης του οποίου η εξουσία  έστω και εάν δεν κλυδωνιζόταν ευθέως, εν τούτοις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα νομιμοποίησης και αποδοχής από ένα σημαντικό ποσοστό των πολιτών της χώρας. Τα χρονίζοντα οικονομικά προβλήματα και η πέραν των αντοχών μίας κοινωνίας του 21ου αιώνα θρησκευτική καταπίεση εκ μέρους του θεοκρατικού καθεστώτος, τροφοδοτούσαν μία εκτεταμένη πολιτική και κοινωνική δυσαρέσκεια  η οποία εκδηλώθηκε με  δύο μεγάλες εξεγέρσεις. Την, με αφορμή τον θάνατο της 22χρονης φοιτήτριας, πολύμηνη  εξέγερση των ετών 2022 και 2023  που είχε ως κύριο αντικείμενο τα δικαιώματα των γυναικών και των νέων, καθώς και την πρόσφατη εξέγερση για οικονομικά, κυρίως, θέματα που κατεστάλη με κτηνώδη τρόπο-με 40.000 νεκρούς πολίτες σύμφωνα με την πιό διαδεδομένη άποψη.

Πόσο θα μπορούσε, μετά από τέτοια ισχυρά πλήγματα στην νομιμοποίησή του, να αντέξει χωρίς να ανατραπεί ή έστω χωρίς να αναγκαστεί να μεταρρυθμιστεί εσωτερικά “διαχέοντας” μέρος της  εξουσίας του σε πιο αντιπροσωπευτικούς της κοινωνίας θεσμούς, το θεοκρατικό καθεστώς; Αυτό είναι κάτι που δεν το ξέρουμε αλλά και δεν θα το μάθουμε ποτέ διότι, χωρίς αμφιβολία, η αμερικανική επίθεση έδωσε ένα μακρόπνοο φιλί  επιβίωσης στο θεοκρατικό καθεστώς ενισχύοντας μάλιστα τον πιό σκληροπυρηνικό βραχίονά του, τους “Φρουρούς της επανάστασης”. Σήμερα φαίνεται πως η μόνη πιθανότητα ανατροπής του καθεστώτος είναι να διαλυθεί τελείως η κρατική  υπόσταση του Ιράν -πράγμα δύσκολο-, ενώ εάν παραμείνει ως ενιαίο κράτος αυτό θα το οφείλει, ακριβώς, στην επιβίωση του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας που, στις παρούσες συνθήκες, είναι ο ενοποιητικός παράγων της χώρας. Και τούτο διότι μόνο στο πνεύμα των Αμερικανών πολιτικών και “στρατηγικών αναλυτών” είναι δυνατόν να θάλλει η ιδέα πως ένας λαός που βομβαρδίζεται με συντριπτικό τρόπο από ξένες δυνάμεις θα εξεγερθεί την ίδια στιγμή προκειμένου να ανατρέψει αυτούς που τον κυβερνούν. Η ιστορία έχει δείξει πως εκείνο που συμβαίνει σε παρόμοιες καταστάσεις είναι ότι οι κοινωνίες συσπειρώνονται γύρω από την εθνική εξουσία, όσο απεχθής και αν είναι.  Κάτι που διαπιστώνουν τώρα με έκπληξη όσοι περίμεναν την, λόγω των εξ αέρος βομβαρδισμών, άμεση ανατροπή του καθεστώτος της “Ισλαμικής Δημοκρατίας” με μία εξέγερση του ιρανικού λαού.

-Έχουν επιτύχει να ισχυροποιήσουν οικονομικά, αλλά και εν μέρει να νομιμοποιήσουν την Ρωσία για την επίθεσή της στην Ουκρανία. Σε μία στιγμή που η Ρωσία είχε μείνει χωρίς διέξοδο όσον αφορά την διάθεση για το πετρέλαιό και το φυσικό της αέριο, περιορισμένη από τις “συμπληρωματικές” και  “δευτερεύουσες” κυρώσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ, ξαφνικά βλέπει την κατάσταση να ανατρέπεται με τον πιό ευνοϊκό τρόπο γι’ αυτήν, χωρίς καν να χρειαστεί να προβεί στην παραμικρή προσπάθεια. Τώρα,  με άδεια του ίδιου του προέδρου Τραμπ, θα μπορεί να πουλάει ξανά πετρέλαιο στην Ινδία, και μάλιστα χωρίς έκπτωση την φορά αυτή, (διότι η ζήτηση είναι μεγάλη και οι τιμές υψηλές). Επίσης θα μπορέσει να ανακατευθύνει το υπόλοιπο πετρέλαιο προς την  Κίνα, για να καλύψει όσο πετρέλαιο αυτή δεν θα λαμβάνει πλέον από την Σαουδική Αραβία και το Ιράν.  Και η  Ευρώπη, όμως, που μόλις νομοθέτησε την απαγόρευση αγοράς φυσικού αερίου από την Ρωσία, από ό,τι φαίνεται θα αναγκαστεί να προσφύγει πάλι στην Gazprom για να καλύψει τα κενά που δημιουργεί η έλλειψη του καταριανού φυσικού αερίου . Ήδη πάντως η Ρωσία έχει δει τα εισοδήματά της από τους υδρογονάνθρακες να αυξάνονται εντυπωσιακά.

Ίσως  όμως, σημαντικότερη ακόμη και από την οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας, στην πιο κρίσιμη στιγμή του πολεμικού της εγχειρήματος στην Ουκρανία είναι η ουσιαστική αποδυνάμωση της ηθικής καταδίκης εις βάρος της. Έστω και αν υπάρχουν εκείνοι, -(δηλαδή -κατά πρώτον- η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών)- οι οποίοι δεν δείχνουν να έχουν πρόβλημα με την ανάλογου τύπου επίθεση των ΗΠΑ στο  Ιράν. Διότι στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ επιτιθέμενες στο Ιράν δεν έπραξαν κάτι διαφορετικό από ό,τι η Ρωσία που επιτέθηκε στην Ουκρανία.  Και οι ΗΠΑ όπως και η Ρωσία δεν είχαν την παραμικρή νομιμοποίηση επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου για να επιτεθούν σε μία ανεξάρτητη χώρα. Το εξαιρετικά ασθενές πρόσχημα ,των ΗΠΑ -εξίσου ή και περισσότερο  ασθενές από το αντίστοιχο της Ρωσίας- ήταν ο ισχυρισμός του δυνητικού κινδύνου για την ασφάλειά τους, και την ασφάλεια του Ισραήλ, σε περίπτωση που το Ιράν αποκτούσε πυρηνικά όπλα-κάτι έναντι του οποίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσαν να είχαν  διασφαλιστεί με ειρηνικό τρόπο εάν στην προηγούμενη θητεία του προέδρου Τραμπ δεν ματαίωναν την σχετική συμφωνία επιτήρησης του ιρανικού πυρηνικού  προγράμματος από την ΙΑΕΑ (Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας).

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, όμως, απουσιάζει πλήρως το δεύτερο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση της Ρωσίας η οποία επικαλέστηκε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι υπήρχε συμπαγής ρωσικός πληθυσμός, 12 τουλάχιστον εκατομμυρίων ανθρώπων, στην ανατολική Ουκρανία, ο οποίος και έπρεπε να προστατευθεί διότι  βρισκόταν σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση με τον κρατικό μηχανισμό της Ουκρανίας. Στο Ιράν, αντίθετα, είναι γνωστό πως δεν υπάρχουν 12 εκατομμύρια Αμερικανοί, εντός της επικρατείας που βρίσκονται σε πόλεμο με την κυβέρνηση της Τεχεράνης και βομβαρδίζονται από αυτήν.

-Έχουν επιτύχει να διευκολύνουν εξαιρετικά την Κίνα σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να επιτεθεί στρατιωτικά και να καταλάβει την Ταϊβάν. Όλες οι εκτιμήσεις των ειδικών συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι οι ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν τις πυραυλικές επιθέσεις, αλλά και τις επιθέσεις με φθηνά drones, των Ιρανών, θα εξαντλήσουν, -αν δεν έχουν ΄ήδη εξαντλήσει- όλα τα αποθέματα τους σε αντιβαλλιστικούς πυραύλους σε τέτοιο βαθμό που θα χρειαστούν χρόνια για να αναπληρώσουν το υλικό που χρησιμοποίησαν.  Αυτό θα διευκόλυνε τα μέγιστα την Κίνα στην περίπτωση που αποφάσιζε να επιτεθεί στρατιωτικά για να καταλάβει την Ταϊβάν.  Και όχι μόνο λόγω των αποθεμάτων πυρομαχικών. Η γενικότερη φθορά που υφίστανται οι ΗΠΑ από την στρατιωτική τους εκστρατεία στον χώρο του Περσικού Κόλπου, αποδυναμώνει σημαντικά την επιχειρησιακή τους ικανότητα στην περιοχή του Ειρηνικού και της Ασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα ραντάρ μεγάλης αξίας THAAD που καταστράφηκαν από ιρανικά πλήγματα στα ΗΑΕ και στην Ιορδανία με αποτέλεσμα, τώρα, προκειμένου να αντικατασταθεί το ένα τουλάχιστον από αυτά, να πρέπει να αποσυναρμολογηθεί το αντίστοιχο ραντάρ που οι ΗΠΑ είχαν εγκαταστήσει το 2017 στην Νότια Κορέα, για να μεταφερθεί στον Αραβικό Κόλπο, αφήνοντας την σημαντική αυτή χώρα της Ασίας χωρίς δυνατότητες ισχυρής και έγκαιρης ανίχνευσης πυραυλικών πληγμάτων.

Πέραν τούτου, όμως, πάντα όσον αφορά την Κίνα, θα πρέπει να αναφερθεί πως είναι τελείως ανακριβής η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, ιδίως στην χώρα μας, ότι οι ΗΠΑ καταλαμβάνοντας το Ιράν θα επέφεραν σημαντικό πλήγμα στην ενεργειακή ισορροπία της,  στερώντας της μία σημαντική πηγή εφοδιασμού της σε πετρέλαιο.  Η αγορά του ιρανικού πετρελαίου από την Κίνα ήταν πολύ σημαντική για το ιρανικό καθεστώς διότι εκεί -δηλαδή στην Κίνα- διέθετε σχεδόν το 80% της ετήσιας παραγωγής του.  Αντίθετα, για την ίδια την  Κίνα, η οποία είναι μεγαλύτερη παραγωγός πετρελαίου από το Ιράν, το ιρανικό πετρέλαιο αποτελεί ένα πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης της. Το πετρέλαιο  συνολικά καλύπτει το 10% του ενεργειακού μείγματος της Κίνας, και το περισσότερο προέρχεται από την δική της παραγωγή.  Το ιρανικό πετρέλαιο καλύπτει μόνο το 1,5% της συνολικής  κατανάλωσης στο ενεργειακό μείγμα της Κίνας, δηλαδή μία ποσότητα η οποία μπορεί πολύ εύκολα  να αντικατασταθεί με κάτι άλλο, όπως, για παράδειγμα, το  ρωσικό πετρέλαιο. (Η Κίνα είχε, άλλωστε, μεριμνήσει εγκαίρως να εξασφαλίσει απόθεμα ταρελαίου για περισσότερο από 3 μήνες).

-Οι ΗΠΑ έχουν επιτύχει να χάσουν κάθε αξιοπιστία ως εταίρος ο οποίος μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια χωρών με τις οποίες έχει συνάψει σχέσεις συνεργασίας και συμμαχίας. Βεβαίως, τις πρώτες ημέρες της επίθεσης εναντίον του Ιράν, διακινήθηκε η άποψη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς ότι εκείνοι οι οποίοι έχασαν το κύρος τους ως αξιόπιστοι σύμμαχοι ήταν οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ  δηλαδή η Ρωσία και η Κίνα, οι οποίοι δεν επενέβησαν για να βοηθήσουν το Ιράν. Τις επόμενες ημέρες, όμως, η εικόνα αυτή αντεστράφη με ριζικό τρόπο. Σήμερα είναι σαφές πως οι ΗΠΑ είναι εκείνες που δεν έχουν την δυνατότητα  να υπερασπίσουν στρατιωτικά και να εγγυηθούν την ασφάλεια των στενών τους συμμάχων όπως είναι όλες οι αραβικές χώρες του Κόλπου. Ακόμη και όταν διατηρούν κάποιες από τις πιο σημαντικές στρατιωτικές βάσεις τους  στο έδαφος τους αλλά και όταν  ένας στόλος όπως ο πέμπτος αμερικανικός στόλος ελλιμενίζεται στις ακτές τους, είναι προφανές πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποτρέψουν το να βρίσκονται οι σύμμαχοί τους αυτοί  στο έλεος των  ιρανικών επιθέσεων  και να σφυροκοπούνται αλύπητα από τα drones και τους πυραύλους ενός τριτοκοσμικού, σχεδόν μεσαιωνικού, καθεστώτος.  Και όχι μόνο δεν μπορούν να εγγυηθούν στρατιωτικά την ασφάλεια τους αλλά δεν μπορούν και να περιορίσουν ούτε την οικονομική βλάβη την οποία υφίστανται από το, μερικό, κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ όσο και  από της επιθέσεις που δέχονται σε νευραλγικής σημασίας οικονομικές εγκαταστάσεις τους. Η πραγματικότητα μάλιστα είναι πωq η μη πλήρης, εισέτι, ολοκληρωμένη οικονομική αλλά και ανθρωπιστική καταστροφή των αραβικών χωρών δεν οφείλεται στην προστασία τους από τις ΗΠΑ αλλά οφείλεται στον αυτοέλεγχο του Ιράν το οποίο βάλλει κυρίως εναντίον των αμερικανικών θέσεων αποφεύγοντας μέχρι στιγμής να επιτεθεί με σκοπό την καταστροφή των βασικών πετρελαιοπαραγωγικών μονάδων και  των μονάδων υγροποίησης φυσικού αερίου των αραβικών χωρών, ενώ επίσης αποφεύγει και να επιτεθεί στις μονάδες αφαλάτωσης ύδατος.  (Και την ίδια στιγμή, δια στόματος του “μετριοπαθούς” προέδρου του σπεύδει να  ζητήσει συγνώμη (!) από τις αραβικές χώρες για τις επιθέσεις που είναι υποχρεωμένο να πραγματοποιήσει στις εκεί ευρισκόμενες αμερικανικές εγκαταστάσεις). Όποια και αν είναι η τελική έκβαση του πολέμου, ακόμη και αν αυτός ολοκληρωθεί με συντριπτική επικράτηση των ΗΠΑ επί του Ιράν, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ηττηθεί κατά τούτο: ουδεμία χώρα, πλέον, θα μπορεί να λαμβάνει ως δεδομένο πως η συμμαχία μαζί τους αποτελεί εγγύηση για την ασφάλειά της. Και αυτό είναι κάτι που θα απομειώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την διπλωματική επιρροή της και τις ηγεμονικές της βλέψεις.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ πως το Ιράν έχει μέχρι στιγμής αποφύγει να προβεί σε ενέργειες που θα επέφεραν το ολοκληρωτικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, και ο βασικός λόγος είναι πως κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν και την δική του πλήρη αδυναμία να προωθήσει το δικής του παραγωγής πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές. Επίσης, το οριστικό κλείσιμο των Στενών θα μπορούσε να δημιουργήσει μία ανθρωπιστική καταστροφή για τους πληθυσμούς των αραβικών χωρών του Κόλπου, λόγω επισιτιστικής κρίσης, κάτι που θα επέφερε οριστική ψυχο-συναισθηματική ρήξη των πληθυσμών αυτών με το ομόθρησκο ιρανικό στοιχείο. Αντί τούτου, μέχρι σήμερα, απλώς επιδιώκει,-επιτυχώς-, να ελέγχει τις διελεύσεις επιτρέποντας τες  σε πλοία φιλικών του χωρών και απαγορεύοντας τες  σε πλοία δυτικών συμφερόντων . Εάν, όμως, το καθεστώς της Τεχεράνης βρεθεί μπροστά στο φάσμα της απόλυτης ήττας, είναι βέβαιο πως θα προσπαθήσει, με πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, να υπονομεύσει ολοκληρωτικά την δυνατότητα διέλευσης των Στενών, για μακρά χρονική περίοδο, με ναρκοθετήσεις και άλλες μεθόδους, ώστε να συμπαρασύρει στην καταστροφή όσο μεγαλύτερο μέρος των συμμάχων του Δυτικού κόσμου θα μπορούσε.

-Οι ΗΠΑ έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν σημαντικό οικονομικό πρόβλημα στην, -υποτιθέμενη σύμμαχό τους-  Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της αναπόφευκτης αύξησης της τιμής του  πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Είναι βέβαια γεγονός ότι οι περισσότεροι των Ευρωπαίων ηγετών μέχρι στιγμής αρνούνται πεισματικά να αναφερθούν σε αυτήν την πραγματικότητα, (το ότι δηλαδή η αύξηση των τιμών των καυσίμων αποτελεί εξ ολοκλήρου ευθύνη της ανεύθυνης πολιτικής των ΗΠΑ και της πλήρους αδιαφορίας τους όχι μόνο για το Διεθνές Δίκαιο αλλά και για την ευστάθεια της διεθνούς οικονομίας).  Αρνούνται, όμως, επίσης έστω και να σχολιάσουν  και το εκπληκτικό γεγονός ότι οι ΗΠΑ, σύμφωνα και με τις θριαμβευτικές δηλώσεις του ίδιου του προέδρου τους, θα επωφεληθούν  τα μέγιστα από αυτό διότι “παράγουν πολύ πετρέλαιο και φυσικό αέριο και όταν οι τιμές αυξάνονται αυξάνονται και τα κέρδη τους” . Πρόκειται για μία αδιανόητη δήλωση, για την κρίση την οποία δημιούργησαν οι ίδιες οι ΗΠΑ, και τώρα την εκμεταλλεύονται για να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των συμμάχων τους, τους  οποίους, άλλωστε, έχουν σχεδόν εξαναγκαστικά υποχρεώσει να προχωρήσουν στην αγορά αμερικανικού LNG αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολλαρίων!

Επιμύθιο

Παρά το ότι δεν μπορούμε να προδικάσουμε με απόλυτη βεβαιότητα ποια θα είναι η κατάληξη της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ του Ιράν των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η λογική υπαγορεύει πως υπάρχουν μόνο δύο πιθανές εκβάσεις  για τον πόλεμο αυτό. Η πρώτη είναι πως το Ιράν θα επικρατήσει και το θεοκρατικό καθεστώς του δεν θα ανατραπεί. Ενδεχομένως μάλιστα να μην περιοριστεί ούτε η δυνατότητα του  να αναπτύσσει το βαλλιστικό του οπλοστάσιο αλλά ούτε και η δυνατότητα του να επεξεργάζεται πυρηνικό καύσιμο . Αυτό θα συμβεί εάν η ηγεσία των ΗΠΑ αποδεσμευτεί από την επιρροή του Ισραήλ και αναλογιζόμενη τις καταστροφικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η χωρίς έλεγχο κλιμάκωση του πολέμου, όχι μόνο για την διεθνή οικονομία αλλά και για την ίδια την οικονομία των ΗΠΑ, επιλέξει να ολοκληρώσει την εκστρατεία της, δηλώνοντας ότι οι στόχοι της έχουν επιτευχθεί.

Η άλλη πιθανή έκβαση είναι η πλήρης καταστροφή και διάλυση του κρατικού μορφώματος του Ιράν, αλλά και η καταστροφή όλου του οικονομικού οικοδομήματος των χωρών του Αραβικού Κόλπου, μέσα από μία άνευ ελέγχου κλιμάκωση της επίθεσης από την πλευρά των ΗΠΑ και αντίστοιχης απάντησης από την πλευρά του ιρανικού καθεστώτος το οποίο έχει δείξει ότι πριν την ολική καταστροφή της χώρας του έχει και την δυνατότητα και την πρόθεση να καταστρέψει με την σειρά του όλες τις παραγωγικές δομές της περιοχής και να εμποδίσει την ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και στον Περσικό Κόλπο γενικότερα για ένα απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό ίσως, δηλαδή η ολική καταστροφή, είναι και η πιθανότερη εκβαση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την σημαντική ψυχολογική διαταραχή του ανθρώπου που ηγείται της ισχυρότερης χώρας του κόσμου την παρούσα χρονική στιγμή, και της εξ αυτού αδυναμίας του να υποχωρήσει έστω και επικαλούμενος κάποια προσχήματα περί “επίτευξης των στόχων του”.

Ό,τι από τα δύο κα να συμβεί, πάντως, το αποτέλεσμα θα είναι μεσοπρόθεσμα καταστροφικό και για τις ίδιες τις ΗΠΑ διότι θα περιορίσει δραστικά την εκ μέρους τους δυνατότητα προβολής κάθε είδους ισχύος ανά τον κόσμο- τόσο όσον αφορά την “σκληρή ισχύ”, όσο επίσης και την “μαλακή ισχύ”.  Η “σκληρή ισχύς” των ΗΠΑ θα αμφισβητείται, πλέον, λόγω του γεγονότος ότι προσπάθησαν να επιτεθούν στρατιωτικά και να καθυποτάξουν μία μεσαίου μεγέθους και χαμηλής ανάπτυξης χώρα που διοικείται από ένα θεοκρατικό μεσαιωνικού χαρακτήρα καθεστώς, και όμως απέτυχαν να το πράξουν χωρίς να πυρπολήσουν την μισή Υφήλιο, και χωρίς να προκαλέσουν εκατόμβη θυμάτων μεταξύ εχθρών και φίλων. Η “μαλακή ισχύς” τους, ταυτοχρόνως,  βρίσκεται ήδη σε υποχώρηση διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι ΗΠΑ σήμερα,  είναι μία χώρα η οποία επιχειρεί, εκτός των άλλων, να επιβάλει εισαγωγικούς δασμούς 45% σε προϊόντα που εισάγει από  φτωχές αφρικανικές χώρες.

Σε κάθε περίπτωση το τελικό αποτέλεσμα της στρατιωτικής επίθεσης των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, εκτός από την ανθρωπιστική τραγωδία που πρόκειται να προκαλέσει,  θα είναι εξαιρετικά σημαντικά από ιστορική άποψη ως  συμβολικό επεισόδιο που θα σηματοδοτήσει το τέλος της  αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ηγεμονίας και την πραγματική ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου-για το χειρότερο ή για το καλύτερο.  Και είναι καταπληκτικό, πως σε αντίθεση με τον αυτοκαταστροφικό πόλεμο των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο,  οι ανταγωνιστές τους ανά τον κόσμο, θα έχουν πετύχει να ισχυροποιηθούν απέναντί τους χωρίς να χρειαστεί να προβούν στην παραμικρή ενέργεια. Ό,τι συνέβη και ό,τι επιπτώσεις θα υπάρξουν μελλοντικά οφείλονται αποκλειστικά στην αφροσύνη της αμερικανικής ηγεσίας.